Η κυρά-Σοφούλα γεννήθηκε σε μια ψυχρή και παγωμένη κτηνοτροφική μονάδα όπως και τόσα άλλα αδελφάκια της, με μόνο σκοπό να γίνει και αυτή μια ακόμα «μηχανή» παραγωγής γάλακτος και κρέατος.

Από μωρό την χώρισαν από τη μανούλα της, για να μην της «κλέβει» το γάλα που προοριζόταν για τους ανθρώπους και παρά τα απελπισμένα κλάματα της, δεν την ξαναείδε ποτέ! Της τρύπησαν βίαια το αυτάκι, της φόρεσαν το «σκουλαρίκι» των σκλάβων, ως περιουσιακό στοιχείο του κτηνοτρόφου και την μετέφεραν αδύναμη και φοβισμένη μακριά από τη μαμά της.

Έζησε έτσι για καιρό μόνη της χωρίς καμία στοργή, μαζί με τα άλλα «ορφανά» κατσικάκια, μέχρι που ήρθε η ώρα να γίνει εκείνη μητέρα. Κάθε φορά οι σκληροί άνθρωποι της παίρναν το μικρό της, αν ήταν αγοράκι το πηγαίνανε για σφάξιμο, γιατί οι άνθρωποι λέγανε ότι είναι νόστιμο το «κατσικάκι γάλακτος στη σούβλα»! Τι είναι η σούβλα? Αναρωτιόταν η κυρά-Σοφούλα. Μάταια κάθε φορά έκλαιγε και ζητούσε το μωρό της……. Ποτέ δεν κατάλαβε αυτούς τους δαίμονες τους ανθρώπους, γιατί την βασάνιζαν έτσι εκείνη και τα αδέλφια της, γιατί?

Πέρασαν τα χρόνια και κουράστηκε η κυρά-Σοφούλα, γέρασε, βάρυνε δεν είχε πια γάλα. Ήρθε το φορτηγό και φόρτωσε εκείνη και μερικές άλλες γριούλες. Που θα μας πάνε, αναρωτιόντουσαν τρομαγμένες, αδύναμες, ανίκανες να αποφύγουν τη μοίρα τους. «Γίδα βραστή» φώναξε γελώντας ένας από τους δαίμονες και κλώτσησε δυνατά μια γριούλα την ώρα που τις στοιβάζανε στο φορτηγό, «παλιόγιδες» ούρλιαξε. Καθώς απομακρυνόταν το φορτηγό η κυρά-Σοφούλα κοίταζε λυπημένη έξω τα χωράφια και σκέφτηκε για λίγο τη βασανισμένη και σύντομη ζωή της, χωρίς ελπίδα.

Ξαφνικά το φορτηγό σταμάτησε, ο οδηγός κατέβηκε νευριασμένος, βρίζοντας και άρχισε να μαστορεύει κάτι στη μηχανή. Οι κατσικούλες περίμεναν καρτερικά μέσα στον ήλιο και που και που κάποια από αυτές έβγαζε έναν γκρινιάρικο ήχο. Και τότε μια σκέψη πέρασε από το μυαλό της κυρά-Σοφούλας, «και αν δώσω ένα σάλτο να τρέξω σε εκείνα τα χωράφια να φάω λίγο φρέσκο χορταράκι? να ξαπλώσω το γέρικο κορμί μου στον ήλιο? τι καλά»! Και το έκανε….! Οι άλλες γριούλες την κοιτούσαν με θαυμασμό, καθώς απομακρυνόταν ήσυχα από το φορτηγό.

Η γριά κυρά-Σοφούλα περιπλανήθηκε έτσι μόνη μερικές μέρες, μέχρι που έφτασε κοντά σε κάτι σπίτια. Κουρασμένη και διψασμένη πλησίασε πάλι τους ανθρώπους. Τους χάλασε τα λουλούδια τους, μπήκε στους κήπους τους, βρώμισε τις αυλές τους, «λέρωσε» με την αγνή, αγγελική της ύπαρξη τις νεκρωμένες, τσιμεντένιες και αποστειρωμένες ζωές τους. Δεν την ήθελαν εκεί, πάλι την έδιωχναν και την κλωτσούσαν. «Δαίμονες κι αυτοί» σκέφτηκε η αδύναμη γριούλα!

Όμως μια κοπέλα την πλησίασε και της χάιδεψε το κεφαλάκι, της έδωσε νερό και τροφή και της μίλησε γλυκά. «Μη φοβάσαι κορίτσι μου εγώ θα σε βοηθήσω». Χάδι? Μα η γριά κατσικούλα δεν ήξερε τι σημαίνει χάδι. Δεν γνώρισε ποτέ τη ζεστασιά της επαφής. Όμως το δέχτηκε ευλαβικά. Αυτή δεν μοιάζει με τους δαίμονες, σκέφτηκε η κυρά-Σοφούλα, μελαγχολικά.

Η κοπέλα το είπε και το έκανε, την έσωσε. Κίνησε γη και ουρανό και το κατάφερε, την έσωσε.

Πάλι την φόρτωσαν σε ένα φορτηγό, διαφορετικό από τα άλλα, μόνη της αυτή τη φορά. Η κοπέλα την χάιδεψε τρυφερά και την καθησύχασε. «Μη φοβάσαι γριούλα θα πας στο παντοτινό σου σπίτι τώρα, θα έχεις αγάπη και φροντίδα και θα ζήσεις ευτυχισμένη για το υπόλοιπο της ζωής σου». Την αποχαιρέτισε με μια ζεστή αγκαλιά.

Λίγες ώρες αργότερα η κυρά-Σοφούλα, ζεστή και χορτασμένη, απολάμβανε τον φθινοπωρινό ήλιο έξω από το καλυβάκι της, μαζί με την καινούρια της φίλη την κυρία Ευτέρπη την προβατίνα. Έπιασαν ψιλή κουβέντα οι δυο τους και τότε η κυρά-Σοφούλα της είπε με ανακούφιση «τελικά δεν είναι όλοι οι άνθρωποι δαίμονες, ίσως υπάρχει ελπίδα….» και μασούλισε ευτυχισμένη λίγο τριφύλλι.

Anastasia Chaves de Lima