Πώς έτσι; Έτσι, ασυνείδητα, απερίσκεπτα και ρομποτικά. Χωρίς πρόθεση και χωρίς στοχασμό.

Η νέα χρονιά μόλις είχε ξεκινήσει και με βρήκε να ακούω στο ραδιόφωνο γκρίνια που το 2023 δεν έχει 3ήμερα πέραν των Φώτων. Πότε θα γίνει αντιληπτό ότι ο κόσμος ζει μια ανυπόφορη ζωή λόγω του καπιταλιστικού συστήματος; Πότε θα επαναστατήσει ο κόσμος, πότε θα ρίξουμε το σύστημα που μας έχει φάει την ζωή; Δεν γίνεται να ζούμε για τις αργίες και τις άδειες. Αν ζούμε έτσι, τότε τι αξία έχει αυτή η ζωή; ‘Ερευνα του 2019 με 34.000 ερωτηθέντες από 28 χώρες , έδειξε ότι το 56% εξ’ αυτών, δεν έχει καμία εμπιστοσύνη στον καπιταλισμό, κι ότι πιστεύει πως φέρνει περισσότερο κακό απ’ ότι κακό.

Ο Albert Camus είχε γράψει “Become so very free that your whole existence is an act of rebellion.δηλαδή “να γίνεις τόσο ελεύθερος άνθρωπος ώστε ολόκληρη σου η ύπαρξη να είναι μια επαναστατική πράξη”. Κι αυτό ακριβώς κάνω από τον Οκτώβρη του 2021, ζώντας στη μέση του πουθενά, εκτός συστήματος (off the grid), σε έναν ελαιώνα, με ενεργειακή αυτονομία. Δεν το κατάλαβα μόνη μου βέβαια ότι αυτό κάνω, τουλάχιστον όχι μέχρι να δει που και πώς ζω, ένας ξάδερφος καλού μου πλέον φίλου, ο οποίος μου το είπε τότε και ομολογώ πως με χαροποίησε, γιατί δεν το είχα σκεφτεί ποτέ έτσι. Φυσικά, η πλήρης αυτονομία κι αυτάρκεια, ίσως δεν έρθει και ποτέ, αλλά σιγά σιγά, μέσω σεμιναρίων και μελέτης, μαθαίνω πώς να παράγω τροφή με σεβασμό στο περιβάλλον κι όλα τα υπόλοιπα ζώα, χωρίς κοπριά (veganic gardening, vegan permaculture), κομποστοποιώντας τα οργανικά μου απόβλητα για να έχω καλό χώμα να ταΐζω τα φυτά. Το καλύτερο ίσως απ’ όλα που κατάφερα πρόσφατα βέβαια, ήταν που θέρμαινα το tiny house μου για 2,5 μήνες με ξύλα από τις κλαδεμένες ελιές μου και του φίλου μου, σε συνδυασμό με ξερά ξύλα που μάζεψα το καλοκαίρι από το δάσος. Οι μέρες που μάζεψα κάτι κλαδιά από ελιές που πέταξαν στο δρόμο κάποιοι αδαείς δε, και τα έφερα εδώ, τα πριόνισα (με χειροπρίονο) και τα έκαψα στη σόμπα ήταν οι μέρες που με έκαναν να νιώσω την μεγαλύτερη ικανοποίηση και ελπίδα για μια ζωή εξαρτώμενη από όλο και λιγότερους εξωτερικούς παράγοντες. Και ξεκίνησα αυτήν την ζωή έχοντας μεγαλώσει σε ένα διαμέρισμα, σε προάστιο της Αθήνας, με γονείς και παππούδες των γραμμάτων χωρίς να έχω ένα χωριό να πάω, όπως πολλοί συμμαθητές μου. Ξεκίνησα εντελώς αδαής όσον αφορά αυτόν τον τρόπο ζωής, αλλά με τόση θέληση να μάθω, που ελπίζω να πετύχω έστω κάποιους από τους στόχους μου κι είμαι επιεικής με τον εαυτό μου φυσικά.

Μαζεύω τις ελιές κάθε χρόνο κι έχω δικό μου λάδι, και για ένα διάστημα και δικές μου ελιές, για τα οποία είμαι τόσο ευγνώμων (φυσικά δεν θα μπορούσα μόνη καθότι είναι πολύ σκληρή δουλειά, οπότε ευγνώμων είμαι ακόμη περισσότερο στους ανθρώπους που βοηθούν γι΄αυτό και δεν περιμένουν αντάλλαγμα)…πότε πότε τρώω και δικά μου λαχανικά (το καλοκαίρι πολύ περισσότερα από τον χειμώνα)…Κόβω χόρτα από το χωράφι και τα βράζω, έκανα μαθήματα αναγνώρισης βοτάνων και συλλέγω βότανα Άνοιξη/Καλοκαίρι/Φθινόπωρο…με τα οποία μετά φτιάχνω βάμματα και λάδια (που μας βοηθούν να αποκτάμε κι άλλη αυτονομία, αφού μας παρέχουν όλες τις βιταμίνες που χρειζόμαστε άρα δεν χρειαζόμαστε πια συμπληρώματα τεχνητά, επουλώνουν πληγές κλπ – το λεγόμενο plant medicine), αλλά και τα οποία έχω εισάγει στην διατροφή των σκύλων μου καθώς τους βοηθούν να μένουν υγιείς κι εκείνοι…Έπειτα, έμαθα να κάνω τουρσιά τα οποία εισήγαγα στην καθημερινή μου διατροφή, ώστε το εντερικό μου μικροβίωμα να γίνει πιο υγιές με αποτέλεσμα να εξυγιανθεί κι η ψυχή μου, αφού τελικά η ψυχική κι εγκεφαλική μας υγεία, ξεκινά από τα έντερα.

Όλα αυτά μαζί απαιτούν χρόνο και κόπο, αλλά τα κάνω στο δικό μου ρυθμό, ακούγοντας το σώμα μου και σεβόμενη αυτό και την ψυχή μου, τις αντοχές μου και τη διάθεσή μου. Κάπως έτσι κατάφερα να απεξαρτηθώ από τα αντικαταθλιπτικά που με κράτησαν στη ζωή για 6 χρονια. Κάθε 2 χρόνια έκοβα κι από λίγο τη δόση, ενώ παράλληλα είχα αρχίσει να τρέχω στα βουνά (trail running) και να κολυμπάω όλο το χρόνο, ενώ είχα ξεκινήσει ήδη να ζω μακριά από την κοινωνία, σε απομονωμένα χωριά, κρατώντας επαφή μόνο με πολύ προσεκτικά επιλεγμένους ανθρώπους, και κάπως έτσι, μετά από μια κατά λάθος νομαδική ζωή επί 5 συναπτά έτη, κατέληξα εδώ που είμαι τώρα και ριζώνω. Δεν είναι καθόλου εύκολη η φάση, όσο τέλεια κι αν ακούγεται. Έχει δυσκολίες που δεν φαντάζεσαι όταν την ονειρεύεσαι αυτή τη ζωή, αλλά αν επιμείνεις και δεν το βάλεις κάτω, θα ανταμειφθείς.

Ναι, ξέρω, δεν μπορούν όλοι να το κάνουν αυτό – θα σκεφτεί ο περισσότερος κόσμος. Όμως δεν θα μπω σε λεπτομέρειες εδώ, δεν θα εξηγήσω τα πρακτικά πως και τα γιατί, καθότι αυτά δεν αφορούν κανέναν κι είναι μια προσωπική υπόθεση που βασίζεται σε πολύ πίκρα και πολύ θάνατο κι όποιος στέκεται εκεί, κοιτά το δέντρο και χάνει το δάσος. Σημασία δεν έχει τι περνά κανείς στην ζωή του, έλεγε η καρκινοπαθής μητέρα μου, αλλά στο πως το αντιμετωπίζει, κι αυτό έμαθα πως το έλεγε από φίλη της, αφού έφυγε… Υπάρχουν αρκετές ιστορίες εκεί έξω, ανθρώπων που με το τίποτα ως βάση κατάφεραν πάρα πολλά. Από εμπόλεμες ζώνες να φεύγουν μόνοι, παιδιά, πετυχαίνοντας μετά από χρόνια να γίνουν πλούσιοι (όχι πως αυτός ο στόχος έχει νόημα για εμένα, αλλά αφού όλοι στέκονται στο οικονομικό…), από φτωχές οικογένειες που κάποτε έπρεπε να πλένονται σε συντριβάνια, ζώντας τελικά σήμερα την ζωή που θέλουν, στηρίζοντας πάντα την φτωχή οικογένεια… Σημασία έχει η τόλμη, η γενναιότητα κι η δύναμη της ψυχής. Να βρίσκεις το θάρρος να χτίσεις τη ζωή που θες, και να φεύγεις από κάθε άδικη και νοσηρή κατάσταση, είτε αυτή είναι οικογενειακό δράμα, είτε κακοπληρωμένη εργασία είτε απλώς μια εργασία που κάνεις με μισή καρδιά. Σημασία έχει να μην κερδίζει ο φόβος ώστε να μην ονειρεύεσαι την ζωή που θες να ζήσεις, αλλά αντ’αυτού να ζεις την ζωή που ονειρεύεσαι. Και να μην επιτρέπεις ποτέ σε κανέναν να σου πει αν μπορείς ή όχι να το πετύχεις, κι αν στάθηκες τυχερός για να το πετύχεις. Δεν υπάρχει τύχη, την κυνηγάμε την τύχη μας. Κι όλα είναι θέμα οπτικής.

Πέρασα κι εγώ το στάδιο του not stop being busy φυσικά, πήρα κι εγώ τα πτυχία μου, και ένα κάρο διπλώματα από σεμινάρια, πάλεψα να βρω δουλειά, βρήκα, παραιτήθηκα, έκανα εθελοντισμό, μετά άλλες δουλειές, πάντα όμως έχανα το ενδιαφέρον μου γρήγορα και έφευγα, κι αφού αναθεώρησα τα πάντα στην ζωή, έπαψα να θέλω να δουλεύω για οποιονδήποτε δεν ασπάζεται τον αντισπισιμό, ειδικά μετά από την πιο φρικτή εμπειρία ως εργαζόμενη σε διεθνή φιλανθρωπική οργάνωση. Και μετά, ήρθε η dreamjob σε ‘μένα από μόνη της, μια δουλειά από το σπίτι, πολύ πριν την πανδημία, πριν κανονικοποιηθεί η τηλεργασία δηλαδή, και δούλεψα ως ερευνήτρια σε οργανώσεις που αγωνίζονται για ένα καλύτερο άυριο για τα μη ανθρώπινα ζώα. Μια δουλειά με νόημα, που μπορείς να την κάνεις από το σπίτι σου, στο δικό σου χρόνο, και να κανονίζεις το πρόγραμμά σου όπως επιθυμείς. Ημιαπασχόληση με αποδοχές πλήρους απασχόλησης. Φυσικά, ήλπιζα να βρω μια τέτοια δουλειά, και τελικά το σύμπαν πραγματικά μας φέρνει ό,τι ζητάμε…κάτι που εξηγεί κι ο νευροεπιστήμονας Joe Dispenza στο βιβλίο του.

Το θέμα λοιπόν δεν είναι αν μπορούν όλοι να το κάνουν αυτό, αλλά γιατί δεν το θέλουν όλοι αυτό; Έχουμε ρομαντικοποιήσει την εργασιομανία (workaholism) κι έχουμε ξεχάσει τι εστί χαρά της ζωής. “Tι κάνεις;” ρωτάω, “πήζω/τρέχω” απαντούν…άνθρωποι που έχουν παιδιά…και αναρωτιέμαι, γιατί έκαναν παιδιά; Για να λείπουν όλη μέρα από το σπίτι και να τα βγάζουν οριακά πέρα οικονομικά; Για να μη βλέπουν τελικά τα παιδιά τους ποτέ; Τα παιδιά δεν θέλουν πολλά, τους γονείς τους δίπλα τους θέλουν, αγάπη, τροφή και παιχνίδι. Όπως άλλωστε κι όλα τα υπόλοιπα ζώα. Γιατί ναι, είμαστε κι εμείς απλώς ένα ακόμη είδος ζώου…μα ο κόσμος το λησμονεί αυτό κι από εκεί ξεκινούν όλα.

Ως πότε λοιπόν θα ζει έτσι ο κόσμος; Κάνοντας όνειρα για αποδράσεις από μια ζωή που έχτισε χωρίς πρόθεση, απλώς ακολουθώντας ένα διήγημα; Ως πότε θα τρώει ό,τι πιο εύκολο, ανθυγιεινό και γρήγορο, που έρχεται συσκευασμένο, χωρίς να σκέφτεται πώς αυτό έφτασε στο πιάτο του (και δεν βγάζω από την κουβέντα τα βίγκαν επεξεργασμένα τρόφιμα); Ως πότε θα ανεβαίνει σε αεροπλάνα για μια ντόπα λίγων ημερών, χωρίς να σκέφτεται το περιβαλλοντικό κόστος που επωμίζονται οι λαοί στον παγκόσμιο νότο, ο κόσμος δηλαδή που ουδέποτε ανεβαίνει σε αεροπλάνα;  Ως πότε θα τεκνοποιεί “γιατί ήθελε αυτός”, “γιατί έτυχε” και εν γένει χωρίς να είναι αυτό μια συνειδητή επιλογή; Ως πότε θα επιτρέπουμε στον τουρισμό να ξεζουμίζει τοπικές κοινωνίες κατά τη διάρκεια μιας σεζόν και να καταστρέφει το περιβάλλον δια παντός, για να εκτονωθούν οι αστοί κατά τη διάρκεια των ολιγοήμερων διακοπών τους, αφήνοντας μετά τους τόπους ρημαγμένους, off season, με αυτή την αίσθηση της εγκατάλειψης; Ως πότε θα επιτρέπουμε στον εαυτό μας να ζει με εθισμούς; Εθισμό στο κινητό, στα κοινωνικά δίκτυα, στα ιντερνετικά παιχνίδια, στο τσιγάρο, στο αλκόολ, στην καφείνη, στην σοκολάτα… Βιομηχανίες που όλες ανεξαιρέτως στηρίζονται σε παιδική εργασία και περιβαλλοντική καταστροφή;

Για πόσο ακόμη θα διαρκέσει το grind culture? Λυπάμαι, αλλά δεν νομίζω ότι υπάρχει στα Ελληνικά η έκφραση. Αφορά σε μια κουλτούρα που θέλει τον κόσμο να εξουθενώνεται εργασιακά για να επιβιώσει. Μια κουλτούρα που αλέθει τον κόσμο. Η ρομαντικοποίηση της εργασιομανίας, ειδικά από γυναίκες είναι στα ύψη. Θέλαμε ίσα εργασιακά δικαιώματα, παλέψαμε γι’ αυτά, ή μάλλον ακόμη παλεύουμε, αντί να παλεύουμε ενάντια στην υποχρεωτική εργασία!!! Μα πότε θα βγούμε από το μάτριξ τέλος πάντων;

Θυμάμαι τη ζωή μου ως παιδί, που επί 12 χρόνια ξυπνούσα στις 6.30 για να πάω να πάρω το σχολικό και να πάω στο σχολείο. Θυμάμαι τη φιλοδοξία μου να γίνω σπουδαία κι εγώ σαν τους προγόνους μου, με το βάρος των πτυχίων τους από το Harvard και την Σορβόνη, να μη με αφήνει να ονειρεύομαι μια ήρεμη ζωή αλλά να βάζω 100 στόχους κι όταν δεν πέτυχα τον πρώτο, να πέφτω στην κατάθλιψη. Κι όταν τελικά τον πέτυχα; Πάλι ήρθε η κατάθλιψη. Γιατί η ευτυχία δεν βρίσκεται μέσα από την σχολή όπου θα σπουδάσουμε, ούτε μέσα από την γαμάτη δουλειά με τον παχυλό μισθό. Η ευτυχία βρίσκεται στην αναγνώριση της εγγενούς μας αξίας, στην αυταξία μας που δεν είναι άλλη από το ότι είμαστε κι εμείς κοινωνικά ζώα που έχουμε απλές ανάγκες: να φάμε, να συνδεθούμε με άλλα άτομα του είδους μας, να παίξουμε ΚΑΙ ΝΑ ΞΕΚΟΥΡΑΣΤΟΎΜΕ.

Πότε μεταλλάχτηκε η ξεκούραση σε τεμπελιά; Ποιος εφηύρε την έννοια της τεμπελιάς βασικά και γιατί την αποδεχόμαστε;

Δεν υπάρχει άλλο ζώο που δουλεύει για κάποιον άλλον, ώστε να επιζήσει. Ως πότε θα παριστάνουμε ότι αυτό είναι κανονικό και ΟΚ;

Η Αφροαμερικάνα Tricia Hersey μέσω του λογαριασμού της The nap ministry και του βιβλίου της Rest is resistance μας προσκαλεί να ξεκουραστούμε, να παίρνουμε μακρά διαλείμματα από την χρήση των κοινωνικών δικτύων (η ίδια παύει την χρήση τους κάθε χρόνο για 2 μήνες) και να επιτρέψουμε στον εαυτό μας απλά να υπάρχει. Η ξεκούραση, ισχυρίζεται, είναι μια μορφή επανάστασης. Γιατί όταν ξεκουραζόμαστε, γεννιούνται μεγάλες ιδέες. Κι έχει δίκιο. Το σύστημα δεν μας θέλει ξεκούραστους. Μας θέλει εξουθενωμένους. Kαι εμείς το επιτρέπουμε. Μπορείτε να την ακούσετε εδώ (παρεμπιπτόντως, το podcast For the wild, είναι εξαιρετικό).

O Nιγηριανός ψυχολόγος Bayo Akomolafe, μας προσκαλεί να επιβραδύνουμε την ταχύτητα της ζωής μας και να επιτρέψουμε στον εαυτό μας χρόνο στη σιώπη, να κάτσουμε με τον πόνο που νιώθουμε λόγω της κλιματικής κρίσης και όλων των αδικιών, να εγκαταλείψουμε την μανία επίλυσης των πάντων και να δούμε τι μπορούμε να διδαχτούμε από την ανθρωπόκαινο (είναι μια προτεινόμενη γεωλογική εποχή που χρονολογείται από την έναρξη σημαντικών ανθρώπινων επιπτώσεων στη γεωλογία και τα οικοσυστήματα της Γης, συμπεριλαμβανομένων, ενδεικτικά, της ανθρωπογενούς κλιματικής αλλαγής). Έπειτα, να αναρωτηθούμε πώς μπορούμε να εμφανιστούμε στα κινήματά μας για τη δικαιοσύνη, με αποτελεσματικότητα, αν «οι τρόποι με τον οποίο ανταποκρινόμαστε στην κρίση είναι μέρος της κρίσης»;

O Chris Christou, Καναδός με Ελληνικές ρίζες που διαβιεί στο Μεξικό, στο podcast του The end of tourism, καλεί ανθρώπους από όλον τον κόσμο, και μαζί συζητούν για την αδικία και την ανισότητα που ξεκινά από την απλή ύπαρξη του τουρισμού μέχρι τις επιπτώσεις που έχει στο περιβάλλον και στην τοπική κοινωνία η μανία μας να ταξιδεύουμε. Μας βάζει σε μια διαδικασία σκέψης, μας προκαλεί να σκεφτούμε γιατί έχουμε τόση ανάγκη τα συνεχή ταξίδια (μήπως υπάρχει μια σύνδεση μεταξύ αποικιοκρατίας και ταξιδιών;), και μαζί με τους προσκεκλημένους του, θέτει ερώτηματα που δεν απαντώνται κι όλα. Κι αυτό είναι ΟΚ. Γιατί έχει έρθει πια η ώρα να αποδεχτούμε ότι δεν ξέρουμε τα πάντα, δεν έχουμε για όλα την απάντηση. Μπορούμε απλώς να θέσουμε τις ερωτήσεις και εν καιρώ να ζυμωθούν οι απαντήσεις. Είναι σημαντικό απλώς και μόνο να αρχίζουν να θέτονται οι ερωτήσεις. Να αρχίσουμε να συζητάμε για όσα δεν τολμάμε να μιλήσουμε τόσο καιρό.

Η Ινδή dr Anu Taranath, καθηγήτρια πανεπιστημίου στην Ουάσινγκτον, έχει γράψει το βιβλίο Beyond Gult Trips: Mindful Travel in an Unequal World μέσω του οποίου μας προσκαλεί να σκεφτούμε αν είναι ΟΚ να ταξιδεύουμε από τις δυτικές κοινωνίες προς χώρες που υποφέρουν από φτώχεια, για να βοηθήσουμε εθελοντικά εκεί. Πόσα μπορεί να ξέρει ο μέσος λευκός άνθρωπος με τα τόσα προνόμια, για την οδύνη σε αυτά τα μέρη; Το σύνδρομο του white saviour εν ολίγοις θίγει (πιο πολλά σχετικά με αυτό, όσο αφορά το περιβάλλον, εδώ), κάτι που πρέπει να αρχίσει να συζητάται πιο συχνά και πιο ανοιχτά. Αν θέλουμε να βοηθήσουμε φτωχούς ανθρώπους, υπάρχουν δίπλα μας. Μπορεί να μην έχει glamour η φάση, να μην εμπεριέχει selfies με μη λεύκους σε τροπικά μέρη, αλλά θέλουν κι αυτοί βοήθεια… Ποιο είναι τελικά το κίνητρο που ωθεί τον μέσο λευκό στην Αφρική και στην λατινική Αμερική, μέσω φιλανθρωπικών οργανώσεων; Να βοηθήσει ή να τονώσει το ‘Εγώ’ του;

Ο Diego Perez, από το Εκουαδόρ, μέσω των βιβλίων του Inward, Clarity & Connection και Lighter, και του λογαριασμού του στο instagram Yung Pueblo, μας προσκαλεί να διαλογιστούμε, να δώσουμε βάση στον εσωτερικό μας κόσμο, να κοιτάξουμε μέσα μας, και να δουλέψουμε τα τραύματά μας, ώστε να καταφέρουμε κάποτε να έχουμε πιο υγιείς ανθρώπινες σχέσεις, και εν τέλει, μια πιο υγιή κοινωνία. Μιλάει στα podcasts που τον καλούν για την σχέση με τη γυναίκα του με έναν τρόπο που δεν έχω ακούσει ποτέ ξανά άνθρωπο να μιλά. Μιλάει για μια σχέση αλληλεγγύης, που δίνει ο ένας στον άλλο χώρο ώστε να εξελιχθούν κι οι δύο. Ο Ντιέγκο, όταν διαβάζεις την ιστορία του, σε κάνει να καταλάβεις πώς από τον εθισμό και την απόσπαση που σου προσφέρουν οι κάθε είδους εθισμοί, μπορείς να φτάσεις στο γνώθι σαυτόν, εξασκώντας διαλογισμό ή κάποια άλλη μέθοδο αυτοβελτίωσης. Αρκεί να βρεις το θάρρος να αποδεχτείς την κατάσταση και να θελήσεις να το αντιμετωπίσεις. Τρόποι, όπως λέει κι εκείνος στα γραπτά του, υπάρχουν πολλοί. Κάτι που βοήθησε εμένα δε θα βοηθήσει απαραίτητα εσένα, αλλά μέθοδοι και εργαλεία υπάρχουν εκεί έξω σε πληθώρα. Το ερώτημα είναι, θες να βελτιώσεις τον εαυτό σου; Θες να ζεις με πρόθεση; Θες να εξυγιάνεις τις ανθρώπινες σχέσεις σου;

Η Αμερικάνα Aimee Lutkin, στο βιβλίο της The lonely hunter – how our search for love is broken, εξιστορεί τα ατελείωτα ραντεβού που βγήκε με κόσμο και την επίδραση αυτών στον ψυχισμό της, μόνο και μόνο αφού της είπαν σε ένα δείπνο που ήταν η μόνη ελεύθερη, ότι δεν γίνεται να μείνει μόνη για πάντα, κάποια στιγμή θα βρει το ταίρι της. Πριν γράψει το βιβλίο, έγραψε ένα σχετικό με το συμβάν δοκίμιο, το οποίο μπορείτε να διαβάσετε στα Αγγλικά εδώ. Πάλι, μέσα από το βιβλίο της προκαλείται ένα διήγημα, εδώ αφορά στο διήγημα της κανονικότητας που μας πουλάνε, ότι η ζωή ξεκινά μόνο αν βρεις το άλλο σου μισό, και ως τότε, καλά θα κάνεις να μην πάψεις να το ψάχνεις. Αναφέρεται μέσα στο βιβλίο της, και σε ευρήματα μελετών πολλών επιστημόνων, κυρίως στον τομέα της ψυχικής υγείας, που έχουν ερευνήσει την μοναξιά, την πολυγαμία, την ανθρώπινη φύση κλπ.

Ως πότε θα επιτρέπουμε να ζούμε σε ένα σύστημα που δίνει προνόμια στους (ετεροφυλόφιλους κιόλας μόνο στη χώρα μας) παντρεμένους; Ως πότε θα στιγματοποιούμε και ντροπιάζουμε τους ανθρώπους που είναι μόνοι, κι ειδικά τις γυναίκες που δεν τεκνοποιούν και ζουν μόνες; Ειδικά στην εποχή των dating apps, με τις γυναικοκτονίες να έχουν ξεπεράσει κάθε όριο, είναι καιρός να δεχτεί ο κόσμος πως οι γυναίκες μπορούν αν θέλουν να ζουν μόνες, για όσο θέλουν, και μια τέτοια επιλογή δεν τις καθιστά προβληματικές. Οικογένεια για κάποιον μπορεί να είναι οι φίλοι του, και θα έπρεπε να γιορτάζονται κι οι φιλίες όπως οι ρομαντικές σχέσεις, αλλά κι οι τελευταίες, χωρίς το ξεφτιλίκι σε εκκλησίες και δημαρχεία, που περιλαμβάνει και έναν σκασμό λεφτά για το τίποτα στο σύστημα (κι άλλο τόσο, αν τελικά λήξει ο γάμος, κάτι που συμβαίνει πλέον σε παραπάνω από τους μισούς γάμους).

Είναι τόσα πολλά τα ‘ως πότε’ που γυρνούν στο κεφάλι μου, αλλά θα σταματήσω εδώ για τώρα. Θα κλείσω μόνο με δυο απορίες ακόμη: ως πότε θα ζούμε σε έναν κόσμο που είναι αποδεκτό να πετά ο καθένας τα σκουπίδια του όπου γουστάρει (κι όποιος δεν το κάνει, να αγνοεί την ύπαρξη αυτών στο πέρασμα του και να μη σκύβει να μαζεύει κάποια) και να εγκαταλείπει τα ζώα που κάποτε αποφάσισε να υιοθετήσει; Kι ως πότε θα ταΐζουμε τα κατοικίδια μας τροφές που δεν έχουμε μπει στον κόπο να σκεφτούμε πώς και πού παράγονται αλλά κυρίως το ποιόν τους; Θα έτρωγε ποτέ μια αγριόγατα μοσχάρι ή αμνούς για παράδειγμα; Δεν επεκτείνομαι καν σε όλες τις χημείες που αγοράζουμε και τους εναποθέτουμε, καθόλη τη διάρκεια της ζωής τους….

Γι’ αυτήν την ζωή χωρίς πρόθεση μιλώ (lack of intention). Για αυτή την υπνωτισμένη ζωή, λες και μας έχουν προγραμματίσει μιλώ. Που κάνουμε εκατοντάδες επιλογές χωρίς να τις σκεφτούμε, επί χρόνια. Που δεν κάνουμε ένα βήμα πίσω για να ξανά-σκεφτούμε και να αμφισβητήσουμε, να ξε-μάθουμε όσα μας έμαθαν και να ξαναμάθουμε από την αρχή, πώς να είμαστε πιο κοντά στην φύση μας. Να γίνουμε επιτέλους άνθρωποι με συμπόνοια, ενσυναίσθηση και ήθος.

Είναι άραγε τόσο δύσκολο;

Ελίζα Δημητρά